Η θύελλα (λαίλαψ) της 14ης Οκτωβρίου 1852 στην Αθήνα και ‘Ο Καιρός της Κολώνας’ !
Τη νύχτα της 14ης προς τα ξημερώματα της 15ης Οκτωβρίου του 1852, η Αθήνα ‘σείεται’ κυριολεκτικά από μια πρωτοφανούς σφοδρότητας θύελλα που συγκλόνισε τη μικρή τότε πόλη και έμελλε να χαραχτεί βαθιά στη μνήμη των κατοίκων της. Οι ημερομηνίες αναφέρονται στο Ιουλιανό ημερολόγιο που ήταν σε ισχύ την εποχή εκείνη, και αντιστοιχούν στις 26-27 Οκτωβρίου σύμφωνα με το τρέχον ημερολόγιο.
Στο βιβλίο του ‘Το κλίμα της Ελλάδος’ ο Δημήτριος Αιγινήτης αναφέρεται στο καιρικό αυτό φαινόμενο και το κατατάσσει στην κατηγορία ‘Λαίλαπες’. Οι λαίλαπες χαρακτηρίζονται από ανέμους που πνέουν με ταχύτητα μεγαλύτερη από 100 χιλιόμετρα/ώρα. Η ονομασία προέρχεται από την Ελληνική Μυθολογία, καθώς ‘Λαίλαψ’ λεγόταν ο σκύλος που έφτιαξε ο Ήφαιστος για τον Δία, μοναδικός σε ορμητικότητα και ταχύτητα.

Εικόνα 1. Απόσπασμα από το Κεφάλαιο ‘Η Λαίλαψ της 14 Οκτωβρίου’ (Γ.Β. Τσοκόπουλος, 1905, Βιβλιοθήκη Α. Παπακώστα)
Η λαίλαπα ξεσπά το βράδυ της 14ης Οκτωβρίου με πρωτοφανή αγριότητα προκαλώντας τρόμο στους κατοίκους της πόλης που κλείστηκαν στα σπίτια τους περιμένοντας να κοπάσει το φαινόμενο. Ο άνεμος πνέει από Νότια κατεύθυνση – όπως επίσης αναφέρει ο Δ. Αιγινήτης – και με τέτοια σφοδρότητα που ξεριζώνει ψηλά δένδρα, καταστρέφει τον Βασιλικό Κήπο, γκρεμίζει σπίτια και γέφυρες, παρασύρει στέγες και ξηλώνει λίθινες πλάκες και τους φανούς της πόλης. Οι θυελλώδεις νοτιάδες πλήττουν ανελέητα και το λιμάνι του Πειραιά, όπου παρασύρονται, καταστρέφονται και βυθίζονται πλοία, ανάμεσά τους και η ελληνική κορβέτα «Βασίλισσα Αμαλία», ένα από τα καλύτερα πλοία της εποχής εκείνης. Κάποια πλοία που μεταφέρουν σιτάρι καταστρέφονται, και τόνοι σιταριού επιπλέουν στο λιμάνι συνθέτοντας ένα περίεργο σκηνικό. Αναλυτική περιγραφή των καταστροφών που προκάλεσε η λαίλαπα συμπεριλαμβάνεται και στο βιβλίο του Γ. Β. Τσοκόπουλου «Παλαιαί Αθήναι – Η Βασίλισσα Αμαλία», όπου ο συγγραφέας αναφέρεται σε ξεχωριστό κεφάλαιο στο γεγονός (Εικόνα 1). Σαν να μην έφτανε αυτό, δύο σεισμικές δονήσεις που σημειώθηκαν μέσα στη νύχτα ήρθαν να συμπληρώσουν το σκηνικό της φρίκης και να πανικοβάλλουν ακόμα περισσότερο τους έντρομους κατοίκους της πόλης που νόμιζαν ότι βιώνουν κάποιον εφιάλτη.
Λίγο πριν το ξημέρωμα της 15ης Οκτωβρίου η θύελλα κόπασε, και το επόμενο πρωί που ήταν ήρεμο και ηλιόλουστο, οι κάτοικοι βγήκαν από τα σπίτια τους και ήρθαν αντιμέτωποι με το μέγεθος της καταστροφής. Τότε, αντίκρισαν έκπληκτοι ένα τρομακτικό θέαμα. Ένας από τους -16 σωζόμενους μέχρι τότε- στύλους του ναού του Ολυμπίου Διός (ή Ολυμπιείου) ήταν πεσμένος στο έδαφος, σπασμένος σε κομμάτια. Ο ναός είναι φτιαγμένος από πεντελικό μάρμαρο και οι Κορινθιακού ρυθμού κολώνες του έχουν ύψος 17 μέτρα, διάμετρο 2,6 μέτρα και βάρος 364 τόνους. Ήταν τέτοια η βιαιότητα της θεομηνίας, που έριξε τον μεσαίο από τους τρεις πιο απομονωμένους στύλους του ναού, ο οποίος διαχωρίστηκε σε 18 τεράστιους δακτυλίους (Εικόνες 2, 3). Η θέση και ο προσανατολισμός του πεσμένου στύλου επιβεβαιώνουν ότι επικρατούσαν άνεμοι νοτιοανατολικής κατεύθυνσης, όπως αναφέρει και ο Αιγινήτης. Εκτός από τον στύλο στο Ολυμπιείο, ο Τσοκόπουλος αναφέρει ότι έπεσαν και δύο στύλοι του Ερεχθείου.

Εικόνα 2. Ο ναός του Ολυμπίου Διός το 1833 (πάνω) και ο μεσαίος στύλος που έχει καταρρεύσει μετά τη λαίλαπα της 14ης Οκτωβρίου 1852 (κάτω).
Το νέο διαδόθηκε γρήγορα και όλοι οι κάτοικοι της πόλης συγκεντρώθηκαν γύρω από τον πεσμένο στύλο και θρηνούσαν για το γεγονός, που χαρακτηρίστηκε ‘εθνικό δυστύχημα’. Χαρακτηριστικό είναι και το απόσπασμα από δημοσίευμα της εφημερίδας ΆΙΩΝ’ στις 15 Οκτωβρίου 1852.
…«Αλλά το λυπηρότερον πάντων δυστύχημα συνέβη η κατά γραμμήν ευθείαν κατάπτωσις μιας κολοσσιαίας στήλης του ναού του Ολυμπίου Διός. Είδομεν πρηνή τον γίγαντα τούτον αιώνων είκοσι δύο, φέροντα 18 σπονδύλους παμμεγέθεις και ησθάνθημεν τι δύναται η δύναμις του Θεού, ενεργούσα είτε φυσικώς, είτε ηθικώς… Η στήλη αύτη είνε η μεσαία των εις των εις διαστημάτων αποκεχωρισμένων τριών στηλών εκ της κεφαλίδος του ναού του Ολυμπίου Διός»…
Πέρα από τη θλίψη, η πτώση της κολώνας προκάλεσε ένα ακόμα φόβο στους Αθηναίους, καθώς ανέσυραν από τη μνήμη τους μια παλαιότερη προφητεία. Σύμφωνα με αυτή, κάποιος μοναχός (στυλίτης) που ζούσε για χρόνια στις κολώνες είχε προφητεύσει ότι αν πέσει κάποια από αυτές, μεγάλο κακό θα βρει την πόλη. Πολλοί που πίστευαν στην προφητεία ήταν τρομοκρατημένοι από το γεγονός, έτσι ιερείς έσπευσαν στο σημείο για να προσευχηθούν και να αποτρέψουν το κακό.
Για τα επόμενα χρόνια, όλες οι συμφορές και τα δυσάρεστα γεγονότα (ακόμα και η ατεκνία της Βασίλισσας Αμαλίας) αποδίδονταν στην κακοτυχία που έφερε η πεσμένη κολώνα. Ακόμα και η φονική επιδημία χολέρας που ξέσπασε στην Αθήνα 2 χρόνια αργότερα (1854), και προήλθε από Γάλλους και Άγγλους που κατέλαβαν το λιμάνι του Πειραιά, συνδέθηκε από τους Αθηναίους με την προφητεία.
Η σφοδρότητα της λαίλαπας της 14ης Οκτωβρίου στην Αθήνα και οι καταστροφές που προκάλεσε είχε τόσο ισχυρό αντίκτυπο στην τοπική κοινωνία, που για χρόνια, οι κάτοικοι της πόλης χρησιμοποιούσαν τη φράση ‘Ο καιρός της κολώνας’ όταν ήθελαν να περιγράψουν μια πολύ έντονη κακοκαιρία.

Εικόνα 4. Ο στύλος στο ναό του Ολυμπίου Διός παραμένει μέχρι και σήμερα στη θέση που έπεσε από τη θεομηνία της 14ης Οκτωβρίου 1852.
Παρά τον αρχικό φόβο, οι Αθηναίοι εξοικειώθηκαν σχετικά γρήγορα με το θέαμα της πεσμένης κολώνας, η οποία αποτέλεσε και τοπικό αξιοθέατο. Περπατούσαν και φωτογραφίζονταν πάνω σε αυτήν, ενώ οι μαγαζάτορες των γειτονικών καφενείων έβγαζαν τραπεζάκια στο σημείο για να προσφέρουν καλύτερη θέα στους θαμώνες τους (Εικόνα 3).
Το επόμενο διάστημα υπήρξαν έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις στη Βουλή, σχετικά με την ανόρθωση του πεσμένου στύλου. Τελικά, η βασίλισσα Αμαλία απευθύνθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία για να ρωτήσει αν θα έπρεπε να αποκατασταθεί ή όχι ο στύλος. Οι αρχαιολόγοι Κυριάκος Πιττάκης και Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής τη συμβούλευσαν ότι είναι καλύτερα να μην αποκατασταθεί και να παραμείνει ως έχει.
Πράγματι, ο στύλος δεν μετακινήθηκε ποτέ και παραμένει μέχρι και σήμερα, απόλυτα ευθυγραμμισμένος, στη θέση που έπεσε από τη λαίλαπα της 14ης Οκτωβρίου του 1852, αποτελώντας ιστορικό ορόσημο για τους επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου (Εικόνα 4).
Πηγές
- Δημήτριος Αιγινήτης, Το Κλίμα της Ελλάδος, Μέρος Α΄ Το Κλίμα των Αθηνών, Αθήνα 1907.
- Γ. Β. Τσοκόπουλου, ‘Παλαιαί Αθήναι – Η Βασίλισσα Αμαλία’, Αθήνα 1905 (Εκδ. Π. Χ. Χαϊδόπουλος)
- https://pireorama.blogspot.com/2015/03/1852.html

