2025: Ένα ακόμα ακραία θερμό έτος παγκοσμίως, και το θερμοκρασιακό ‘άλμα’ της περιόδου 2023-2025
Ήδη από τα τέλη του φθινοπώρου, εθεωρείτο σχεδόν βέβαιο ότι το 2025 θα είναι το δεύτερο (μαζί με το 2023) ή οριακά το τρίτο θερμότερο έτος όλων των εποχών στον πλανήτη, δηλαδή από τότε που υπάρχουν ενόργανες μετρήσεις θερμοκρασίας, με το 2024 να διατηρεί την πρώτη θέση, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το ανώτατο όριο-στόχο της παγκόσμιας θέρμανσης κατά 1.5 °C σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα ( Συμφωνία Παρισιού, 2015) [1].
Αν και η παγκόσμια θερμοκρασία βρίσκεται σε συνεχή ανοδική πορεία από τη δεκαετία του 1980, αυτό που αιφνιδιάζει και προκαλεί ανησυχία είναι το απότομο ‘άλμα’ που παρατηρείται στην παγκόσμια θέρμανση κατά την τριετία 2023-2025, καθώς και τα 3 αυτά διαδοχικά έτη κατατάσσονται στις 3 πρώτες θέσεις των θερμότερων ετών, ξεπερνώντας και τις προβλέψεις των κλιματικών μοντέλων. Και μπορεί η υπέρβαση του ανώτατου ορίου-στόχου των 1.5 °C για ένα μόνο έτος να θεωρηθεί προσωρινή ή και συμπτωματική, αλλά η υπέρβασή του σε τριετή κλίμακα προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα. Διάφοροι παράγοντες μπορεί να ευθύνονται για την απότομη επιτάχυνση της παγκόσμιας θέρμανσης κατά την τελευταία τριετία. Πρόσφατη μελέτη υποδεικνύει 4 τουλάχιστον διαφορετικούς παράγοντες, που συνδυαστικά θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν σε ένα βαθμό την παρατηρούμενη θερμοκρασιακή έξαρση [2, 3]. Οι παράγοντες αυτοί συνοψίζονται παρακάτω:
- Ισχυρό φαινόμενο El Niño που επικράτησε κυρίως κατά τους τελευταίους μήνες του 2023. Είναι γνωστό ότι το φυσικό αυτό φαινόμενο αυξάνει τις παγκόσμιες επιφανειακές θερμοκρασίες, καθώς συνδέεται με απελευθέρωση θερμότητας στο δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό.
- Ισχυρότερος από τον αναμενόμενο ηλιακός κύκλος. Ο πιο πρόσφατος ηλιακός κύκλος ( solar cycle 25) ξεκίνησε περίπου το 2020 και είναι ο πιο έντονος που έχει καταγραφεί από το 1980, αλλά και ισχυρότερος από τις προβλέψεις των μοντέλων.
- Απότομη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του θείου κυρίως από τη διεθνή ναυτιλία και διάφορες χώρες όπως η Κίνα. Τα αερολύματα, όπως είναι το διοξείδιο του θείου, το οποίο εκλύεται στην κατώτερη ατμόσφαιρα από την καύση ορυκτών καυσίμων, έχουν ως γνωστό ψυκτική επίδραση στην ατμόσφαιρα. Η μείωσή τους συνδέεται με αύξηση της θερμοκρασίας.
- Έκρηξη του υποθαλάσσιου ηφαιστείου Hunga Tonga-Hunga Haʻapai στην Tonga το 2022. Ο πίδακας της έκρηξης εκτοξεύτηκε σε ύψος 55 χιλιομέτρων, στέλνοντας τεράστιες ποσότητας υδρατμών από την εξάτμιση του θαλασσινού νερού στην ατμόσφαιρα και στρατόσφαιρα. Οι υδρατμοί είναι ως γνωστό ένα από τα πιο ισχυρά θερμοκηπικά αέρια, με θερμαντικά αποτελέσματα.
Μπορεί οι παραπάνω παράγοντες να δικαιολογούν συνδυαστικά κατά ένα τουλάχιστον ποσοστό την απότομη επιτάχυνση της παγκόσμιας θέρμανσης, όμως το ερώτημα που παραμένει είναι αν η επιτάχυνση αυτή συνεχιστεί και για πόσο.
Πιο συγκεκριμένα, το 2025 ήταν κατά 2.5 °C θερμότερο σε σχέση με τα προ-βιομηχανικα επίπεδα (1860-1900, Εικόνα 1) και ήδη 1.46 °C θερμότερο σε σχέση με την μέση τιμή της πιο πρόσφατης κλιματικής περιόδου 1991-2020 στην Αθήνα. Με εξαίρεση τον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο, όλοι οι μήνες του 2025 ήταν θερμότεροι από την μέση κλιματική τους τιμή (1991-2020). Ειδικότερα, οι μήνες Ιανουάριος, Ιούνιος, Ιούλιος και Νοέμβριος του 2025 ήταν στις πρώτες θέσεις των θερμότερων μηνών που έχουν καταγραφεί ποτέ στην Αθήνα, με τις αποκλίσεις από την κλιματική να ξεπερνούν τους 3 °C τον Ιανουάριο αλλά και τον Νοέμβριο, ο οποίος ήταν ο θερμότερος όλων των εποχών ως προς τις νυχτερινές θερμοκρασίες.
Το καλοκαίρι του 2025 ήταν επίσης μέσα στις 3 πρώτες θέσεις των θερμότερων καλοκαιριών, κυρίως λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που επικράτησαν κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο, ενώ ο Αύγουστος υπήρξε λιγότερο θερμός. Ο πρώτος καύσωνας σημειώθηκε τον Ιούνιο, με θερμοκρασίες που άγγιξαν τους 40 °C, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα χρονιά τη γενική τάση εμφάνισης ‘πρόωρων’ ακραίων θερμοκρασιών που παρατηρείται στην περιοχή μας ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα [4]. Ο καύσωνας που σημειώθηκε κατά το διάστημα 21-28 Ιουλίου ήταν πολύ μεγαλύτερος σε διάρκεια (8 ημέρες) αλλά και σε ένταση, με τις μέγιστες θερμοκρασίες να ξεπερνούν τους 41 °C, και τις ελάχιστες (νυχτερινές) τους 30 °C.
Υπενθυμίζεται ότι αν και η περιοχή μας και γενικότερα η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου ακολουθεί ποιοτικά την παγκόσμια τάση, ο ρυθμός αύξησης της θερμοκρασίας από τη δεκαετία του 1980 και μετά, είναι σχεδόν διπλάσιος αυτού που αντιστοιχεί στην παγκόσμια θερμοκρασία.
